Όπως αναφέρεται στα συμπεράσματα της ανάλυσης, που
πραγματοποιήθηκε από την κυρία Δήμητρα Μάρδα για λογαριασμό της Διεύθυνσης
Αγροτικής Οικονομίας της ΠΑΣΕΓΕΣ, ισχυρή πίεση ασκούν στη Β. Ελλάδα ιδιαίτερα,
οι εισαγωγές μαλακού σίτου και κριθαριού Βουλγαρίας, με τιμή μαλακού σίτου
ανερχόμενη στα 100 €/τόνο περίπου.
Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία από ορισμένες Ενώσεις Αγροτικών
Συνεταιρισμών, τα αδιάθετα αποθέματα που κατέχουν οι Ενώσεις υπερβαίνουν τους
190.000 τόνους σκληρού σίτου, 41.000 τόνους μαλακού σίτου, 196.000 τόνους
αραβοσίτου.
Καταλήγοντας η μελέτη διαπιστώνει πως είναι προφανές ότι
υπάρχει άμεση ανάγκη στήριξης των συνεταιριστικών επιχειρήσεων. Προς την
κατεύθυνση αυτή κρίνεται αναγκαία η χρηματοδότησή τους με ευνοϊκούς όρους
προκειμένου να διασφαλίσουν τη βιωσιμότητά τους, αλλά και για να συμβάλλουν στη
στήριξη του εισοδήματος των παραγωγών.
Αναλυτικότερα, όσον αφορά τις εξελίξεις στην εγχώρια αγορά έχουν
ως εξής:
Μαλακό σιτάρι
Σύμφωνα με εγχώριες πηγές, η καλλιέργεια κοινού-μαλακού
σίτου κατά την καλλιεργητική περίοδο 08/09 εκτιμάται ότι αυξήθηκε κατά 9,8 %
περίπου, καλύπτοντας έκταση 1.900.000 στρεμμάτων, με εκτίμηση παραγωγής στο
επίπεδο των 600.000 τόνων, αυξημένη κατά 14 %, σε σχέση με την προηγούμενη.
Το εμπόριο ωστόσο του κοινού (μαλακού) σίτου επηρεάζεται
σημαντικά από τις εισαγωγές, οι οποίες κατά το 7μηνο Ιαν- Ιουλ 2009 ανήλθαν
στους 462.000 τ. έναντι 362.000 τ. της αντίστοιχης περιόδου του 2008
σημειώνοντας άνοδο, συνδεόμενη με την
πτώση της μέσης τιμής στα 176 €/τον. έναντι 293€/τον. της αντίστοιχης περιόδου του 2008.
Το μεγαλύτερο μέρος των εισαγωγών αυτών προήλθε από την Ουγγαρία (123.000 τ., 27%), τη Γαλλία
(16%), την Ουκρανία (12%) και τη Βουλγαρία (9%), που κάλυψαν το 59% περίπου της
συνολικά εισαχθείσας ποσότητας. Εξαιρετικά περιορισμένες ήταν οι ποσότητες
εισαγωγής από τη Ρωσία, η οποία κατά το 12μηνο 2008 είχε τα πρωτεία με 204.000
τ..
Από τις κυριότερες χώρες προέλευσης μαλακού σίτου εισαγωγής,
τις πιο ανταγωνιστικές τιμές προσέφερε η Ουκρανία με 122€/τόνο, ακολουθούμενη
από τη Ρουμανία με 131€/τόνο και τη Βουλγαρία με 141€/τόνο. Με μεγαλύτερη
απόσταση ακολούθησαν η Ουγγαρία στα 179€/τόνο και η Γαλλία στα 196€/τόνο.
Σκληρό σιτάρι
Σύμφωνα με εγχώριες πηγές , η παραγωγή σκληρού σίτου κατά
την καλλιεργητική περίοδο 08/09 εκτιμάται ότι ανήλθε στους 1,2 εκατ. τόνους,
ενώ η έκταση που καλλιεργήθηκε εκτιμάται στα 5.100.000 στρ. (+ 15,6%).
Το εμπόριο και οι τιμές σκληρού σίτου επηρεάσθηκαν σημαντικά
από την εξέλιξη των εξαγωγών, κυρίως προς την Ιταλία, που συστηματικά απορροφά
μεγάλο μέρος και προς τις χώρες της Β. Αφρικής. Κατά το 7μηνο Ιαν- Ιουλ 2009 οι
συνολικές εξαγωγές σκληρού σίτου υπερέβησαν σε ποσότητα και αξία τις εξαγωγές
του 12μηνου 2008 και ανήλθαν στους 418.000 τ. έναντι 80.000 της αντίστοιχης
περιόδου του 2008 σημειώνοντας εντυπωσιακή άνοδο, συνδεόμενη με την πτώση της μέσης τιμής στα 232 €/τον.
έναντι 415€/τον. της αντίστοιχης
περιόδου του 2008.
Το μερίδιο της Ιταλίας υποχώρησε σημαντικά από 90% (7μηνο
2008) στο 35% (7μηνο 2009) με 147.000 τ. και μέση ετήσια τιμή εξαγωγής στα 232
€/τ. fob. Σημαντική
ποσότητα απορρόφησε η Τυνησία (94.000 τ.) και ακολούθησαν η Τουρκία (73.000 τ.)
, η Αλγερία (67.000 τ.) και το Μαρόκο (24.000 τ.).
Αραβόσιτος
Σύμφωνα με εγχώριες πηγές, η παραγωγή αραβοσίτου κατά την
καλλιεργητική περίοδο 08/09 ανήλθε σε 1,7 εκ. τ. (-27%) ενώ οι εκτάσεις που
καλλιεργήθηκαν ανήλθαν στα 1.750.000 στρέμματα (-22,3%).
Κατά το 7μηνο Ιαν- Ιουλ 2009, οι εισαγωγές αραβοσίτου στην
Ελλάδα ανήλθαν στους 72.000 τ. περίπου έναντι 421.000 τ. της αντίστοιχης
περιόδου του 2008 σημειώνοντας πτώση 83%, συνδεόμενη με την πτώση της μέσης τιμής στα 166 €/τον. έναντι 230€/τον. της αντίστοιχης περιόδου του 2008.
Το μεγαλύτερο μέρος των εισαγωγών αυτών προήλθε από την Γαλλία
(23.000 τ. περίπου). Εξαιρετικά περιορισμένες ήταν οι ποσότητες
εισαγωγής από την Ουκρανία (1.200 τ.), η οποία κατά την αντίστοιχη περίοδο του
2008 είχε τα πρωτεία με 246.000 τ. και μερίδιο 58% περίπου.
Από τις κυριότερες χώρες προέλευσης αραβοσίτου εισαγωγής
περιόδου Ιαν-Ιουλ 2009, τις πιο ανταγωνιστικές τιμές προσέφερε η Ουγγαρία με
143€/τόνο, ακολουθούμενη από τη
Βουλγαρία με 145€/τόνο. Με μεγαλύτερη απόσταση ακολούθησαν η Γαλλία στα 160€/τόνο και η Σερβία στα 170€/τόνο.
Τιμές παραγωγού
Από τα συγκριτικά στοιχεία που συγκέντρωσε η ΠΑΣΕΓΕΣ από
ορισμένες ΕΑΣ ως προς τις τιμές παραγωγού 2007, 2008 και 2009 προκύπτουν τα
εξής:
Στον αραβόσιτο η μέση τιμή παραγωγού το 2007 ανήλθε κατά
μέσο όρο σε 24 λεπτά/κιλό. Η μέση τιμή παραγωγού για το 2008 ήταν 13,4 λεπτά/κιλό, μειωμένη κατά 44% περίπου σε σχέση με την προηγούμενη
περίοδο. Για τον αραβόσιτο εσοδείας 2009 οι τρέχουσες τιμές παραγωγού στη Β.
και Κεντρική Ελλάδα (κύριες παραγωγικές περιφέρειες) ανέρχονται κατά μέσον όρο
στα 12 λ/κιλό. Ωστόσο σε μεγάλες παραγωγικές περιφέρειες της Β. Ελλάδας έχουν
δοθεί στους παραγωγούς μόνο προκαταβολές των 8-10 λ/κιλό.
Στο σκληρό σιτάρι η μέση τιμή παραγωγού το 2007 ανήλθε, κατά
μέσο όρο, σε 24 λεπτά/κιλό, με εκτεταμένο εύρος απόκλισης. Η μέση τιμή
παραγωγού για το 2008 ήταν 22,1
λεπτά/κιλό, μειωμένη κατά 7,9% περίπου
σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο. Οι τιμές παραγωγού σκληρού σίτου εσοδείας
2009 δεν έχουν οριστικοποιηθεί. Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία από ορισμένες ΕΑΣ,
οι τρέχουσες τιμές παραγωγού ανέρχονται στα 15 λ/κιλό, ενώ σε περιοχές της Β.
Ελλάδας, οι βροχοπτώσεις κατά την
περίοδο συγκομιδής προκάλεσαν ποιοτική υποβάθμιση με αποτέλεσμα τη διαβάθμιση
του προϊόντος σε προ- και μεταβροχικό και αντίστοιχη διαφοροποίηση της τιμής.
Σε αρκετές περιπτώσεις έχουν δοθεί στους παραγωγούς μόνο προκαταβολές των 13-15
λ/κιλό.
Στο μαλακό σιτάρι η μέση τιμή παραγωγού ανήλθε το 2007 σε 20
λεπτά/κιλό. Η μέση τιμή παραγωγού για το 2008 ήταν 15,6 λεπτά/κιλό, μειωμένη κατά 28% περίπου σε σχέση με την προηγούμενη
περίοδο. Και στην περίπτωση του μαλακού σίτου
οι τιμές παραγωγού μαλακού σίτου εσοδείας 2009 δεν έχουν οριστικοποιηθεί, δεδομένης της ακινησίας της αγοράς. Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία από
ορισμένες ΕΑΣ, οι τρέχουσες τιμές παραγωγού ανέρχονται κατά μέσον όρο στα 12
λ/κιλό ενώ καταγράφονται περιπτώσεις όπου οι παραγωγοί έλαβαν μόνο προκαταβολή
8 λ/κιλό.
Η ανάλυση περιλαμβάνει επίσης στοιχεία από την διεθνή και
την ευρωπαϊκή αγορά. Για το πλήρες κείμενο, σε doc μορφή, πιέστε εδώ: