Οδηγία 2010/12/ΕΕ του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2010, για την
τροποποίηση των οδηγιών 92/79/ΕΟΚ, 92/80/ΕΟΚ και 95/59/ΕΚ όσον αφορά τη δομή
και τους συντελεστές του ειδικού φόρου κατανάλωσης που επιβάλλεται στα
βιομηχανοποιημένα καπνά και της οδηγία
Ο μεν ηλιόψαρος τρέφεται από τα
αβγά άλλων ψαριών, εμποδίζοντας την ανάπτυξή τους, η δε ψευδορασμπόρα, συχνά,
διώχνει τα άλλα ψάρια.
Τον πλούτο της ιχθυοπανίδας του
Νέστου "χαρτογράφησαν" Έλληνες και Βούλγαροι επιστήμονες,
"κλείνοντας" όλη τη γνώση που συνέλεξαν μέσα σε μια μοναδική έκδοση
(κοινή ελληνοβουλγαρική και αγγλική), που φέρει τον τίτλο "Άτλας της Ιχθυοπανίδας
του ποταμού Νέστου" και παρουσιάστηκε, την 1η Μαρτίου, στη Νέα
Πέραμο Καβάλας.
Επιστήμονες από τις δύο χώρες, που
"μοιράζονται" τα νερά του Νέστου, κατήρτισαν έναν κοινό κατάλογο, με
όλα τα είδη ψαριών που ζουν στον ποταμό, από τις πηγές έως τις εκβολές του, με
στόχο -μεταξύ άλλων- να αντιμετωπιστούν προβλήματα, τα οποία σχετίζονται με
τους πληθυσμούς διαφόρων ειδών που εντοπίζονται και στα δύο τμήματα του
ποταμού.
Ο κατάλογος αυτός δημιουργήθηκε στο
πλαίσιο του προγράμματος "Δράσεις Παρακολούθησης, Προστασίας και Ενίσχυσης
της Ιχθυοπανίδας του Ποταμού Νέστου" (INTERREG IIIA/PHARE CBC
Ελλάδα-Βουλγαρία), που εκτελέστηκε από το ΕΘΙΑΓΕ-ΙΝΑΛΕ, υπό την επίβλεψη της
Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Δράμας-Καβάλας-Ξάνθης.
Σημαντική ήταν και η συμβολή στην
όλη προσπάθεια (σ.σ. συντονιστές της έκδοσης είναι ο Δρ. Πάνος Οικονομίδης και
ο Δρ. Μάνος Κουτράκης από την Ελλάδα και οι Δρ. Απόστολος Αποστόλου, Δρ. Μίλεν
Βασίλεφ και Δρ. Λούτσεζαρ Πεχλιβάνοφ από τη Βουλγαρία), της Βουλγαρικής
Ακαδημίας Επιστημών, που παρείχε σημαντικά στοιχεία για τα είδη ψαριών που
υπάρχουν στο βουλγαρικό τμήμα του ποταμού και διέθεσε και ιστορικά στοιχεία για
την παρουσία διάφορων ειδών ψαριών στο Νέστο, κατά το παρελθόν.
Όπως αναφέρει ο Δρ. Κουτράκης στο
εισαγωγικό τμήμα του Άτλαντα, συνολικά βρέθηκαν 20 είδη ψαριών στο ελληνικό
τμήμα του ποταμού, έντεκα από τα οποία είναι αυτόχθονα, πέντε είναι αλλότοπα
και μεταφέρθηκαν από γειτονικά συστήματα, ενώ τα υπόλοιπα 4 είναι αλλόχθονα. Τα
περισσότερα από τα αυτόχθονα είδη ανήκουν στην οικογένεια των κυπρινοειδών.
Η μπριάνα και το θρακοτιληνάρι
είναι τα πιο κοινά είδη, τόσο όσον αφορά την αφθονία αλλά και όσον αφορά την
πυκνότητα. Άλλα είδη, τα οποία εντοπίζονται κυρίως ανάντη των φραγμάτων είναι
το τσιρωνάκι, ο σύρτης ή γουρουνομύτης και το γυφτόψαρο,ενώ η μουρμουρίτσα, η
θρακοβελονίτσα και το πετροχείλι εντοπίζονται κυρίως κατάντη των φραγμάτων,
επισημαίνει ο Δρ. Κουτράκης.
Και συνεχίζει: Τα κύρια είδη που
ζουν στις δύο φραγμαλίμνες είναι το τσιρώνι και το περκί, και τα δύο αλλότοπα.
Καθώς είναι λμνόφιλα είδη, επωφελούνται από τη μετατροπή του ποτάμιου
συστήματος σε λιμναίο και έχουν δημιουργήσει μεγάλους πληθυσμούς, κυρίως στη
φραγμαλίμνη του Θησαυρού, η οποία δέχεται όλα τα θρεπτικά και το ίζημα του
ποταμού. Το σίρκο βρέθηκε, επίσης -αν και σε μικρή αφθονία- και στις δύο
φραγμαλίμνες. Το περκί, μαζί με το γριβάδι και το σύρτη είναι τα κύρια εμπορικά
είδη της μικρής κλίμακας αλιευτικής δραστηριότητας, που ασκείται στην περιοχή.
Επίσης, στα αποστραγγιστικά κανάλια, στις εκβολές του Νέστου, ζουν το ευρωπαϊκό
χέλι και το μικρόσιρκο.
Στο ποτάμι ζουν, όμως, και κάποια
ξενικά είδη, όπως είναι η αμερικανική ή ιριδίζουσα πέστροφα, το ηλιόψαρο, ο
κουνουποφάγος και η ασιατική ψευδορασμπόρα. Ο "άγριος" πληθυσμός της
ιριδίζουσας πέστροφας στο ποτάμι προέρχεται -κυρίως- είτε από εμπλουτισμό του
ποταμού με νεαρά ιχθύδια είτε από πεστροφοκαλλιέργειες στην ευρύτερη περιοχή.
Το ηλιόψαρο, κατά πάσα πιθανότητα, προέρχεται από εσκεμμένη ή κατά λάθος
εισαγωγή, πιθανόν στο βουλγαρικό τμήμα του ποταμού, ενώ ο κουνουποφάγος,
προέρχεται από εισαγωγή στα έλη της πεδιάδας του Νέστου, για την καταπολέμηση
των κουνουπιών, στις αρχές του αιώνα (1930). Η παρουσία της ψευδορασμπόρας σε
πολλά ευρωπαϊκά ποτάμια και λίμνες είναι ένα πραγματικό μυστήριο, καθώς
εμφανίζεται ξαφνικά. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, έχει αρνητικές οικολογικές
επιδράσεις, καταλήγει ο Έλληνας επιστήμονας.
Στον χαιρετισμό του, στον πρόλογο
της έκδοσης, ο πρόεδρος της Διευρυμένης Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης
Δράμας-Καβάλας-Ξάνθης, Κωνσταντίνος Τάτσης, αναφέρει -μεταξύ άλλων- ότι, η
έκδοση αυτού του βιβλίου αντιπροσωπεύει "άλλο ένα βήμα σε μια πολύχρονη
πορεία, που έχει σκοπό να αναδείξει τον πλούτο της περιοχής και κυρίως να
ευαισθητοποιήσει τους συντοπίτες μας, με την έννοια ότι το μέλλον μας είναι
συνυφασμένο με την προστασία και αναβάθμιση του φυσικού περιβάλλοντός
μας".
Την άποψη αυτή του κ. Τάτση
φαίνεται να συμμερίζεται ο αντιδήμαρχος της βουλγαρικής πόλης Γκότσε Ντέλτσεφ,
Βαλέρι Σαράντεφ, ο οποίος αναφέρει από την πλευρά του ότι, η έκδοση αυτή
"αποτελεί ένα πρώτο βήμα, αλλά και τη βάση για μια ακόμα στενότερη
συνεργασία της διεθνούς ομάδας που την προετοίμασε".
Η
"ταυτότητα" του Νέστου
Να πώς σκιαγραφούν την υδρολογία
και το περιβάλλον του διασυνοριακού ποταμού, στην έκδοση, οι Γιώργος Συλαίος
και Εμίλ Μπουρνάσκι: Ο Νέστος διατρέχει μία από τις 71 διασυνοριακές λεκάνες
απορροής της Ευρώπης, παρέχοντας τη δυνατότητα διασυνοριακής συνεργασίας,
επίλυσης τοπικών συγκρούσεων, προώθησης διοικητικής, τεχνικής και επιστημονικής
συνεργασίας, με απώτερο στόχο την αποτελεσματική διαχείριση των υδατικών του
πόρων.
Σύμφωνα με την Οδηγία Πλαίσιο
2000/60 για τη διαχείριση των υδάτων, ο ποταμός Νέστος ανήκει στην Οικοπεριοχή
7 των Ανατολικών Βαλκανίων.
Πηγάζει από το Όρος Ρίλα της
νοτιοδυτικής Βουλγαρίας, μία περιοχή με το μεγαλύτερο υψόμετρο των Βαλκανίων
(περίπου 2.925m)/ Σε αυτό το βόρειο τμήμα της υδρολογικής λεκάνης, ένας
σημαντικός αριθμός μικρών σε έκταση λιμνών τροφοδοτούν τους αρχικούς χείμαρρους
του ποταμού. Στη συνέχεια, η συμβολή των παραποτάμων Μπιάλα Μέστα και Τσέρνα
Μέστα, κοντά στην πόλη Γιακορούμπα, αποτελεί το σημείο έναρξης του Νέστου. Σε
ολόκληρο το μήκος της, στο βουλγαρικό έδαφος, η κοιλάδα του Νέστου
περιστοιχίζεται από τα Όρη Πίριν, στα δυτικά, το Όρος Ρίλα, στα βόρεια και την
Οροσειρά της Ροδόπης στα ανατολικά.
Ο Νέστος διαβρέχει μια λεκάνη,
συνολικής έκτασης 5.613km2, από τα οποία τα 2.768km2 (ή 49,3% της συνολικής του
λεκάνης) βρίσκονται στη Βουλγαρία, ενώ τα 2.843km2 (ή 50,7%) ανήκουν στην
Ελλάδα.
Το βουλγαρικό τμήμα, γνωστό ως
ποταμός Mesta, έχει μήκος 126km, ενώ το ελληνικό τμήμα, γνωστό ως ποταμός
Νέστος, έχει μήκος 130km. Ο Νέστος χύνεται στο Θρακικό Πέλαγος, το βορειότερο
τμήμα της υφαλοκρηπίδας του Βορείου Αιγαίου Πελάγους. Το ανάγλυφο, σε ολόκληρη
τη λεκάνη απορροής του ποταμού είναι ορεινό και ημι-ορεινό, εκτός από την
περιοχή του Δέλτα, όπου υπάρχει μία μεγάλη πεδινή έκταση, εμβαδού 440km2. Η
πυκνότητα του πληθυσμού στη λεκάνη απορροής είναι γενικά χαμηλή (33 κάτοικοι
ανά km2), αλλά έντονα μεταβαλλόμενη (130.000 κάτοικοι ή 47 κάτοικοι ανά km2 στο
βουλγαρικό τμήμα και μόνο 42.000 κάτοικοι ή 15 κάτοικοι ανά km2 στο ελληνικό
τμήμα). Οι μεγαλύτερες πόλεις της λεκάνης απορροής του ποταμού είναι: Ράζλογκ
(12.600 κάτοικοι), Γκότσε Ντέλτσεφ (20.500 κάτοικοι) και Μπάνσκο (9.500 κάτοικοι)
στη Βουλγαρία και Χρυσούπολη (8.500 κάτοικοι), Σταυρούπολη και Παρανέστι, στην
Ελλάδα.
Ο κύριος τομέας οικονομικής
δραστηριότητας που αναπτύσσεται στη λεκάνη απορροής του Νέστου είναι ο
πρωτογενής τομέας και ειδικότερα η γεωργία. Η παραγωγή ενέργειας, η βιομηχανία
και ο τουρισμός αποτελούν, επίσης, σημαντικούς παραγωγικούς φορείς.