Συνέντευξη
Βασίλης Κοζομπόλης: Ανάγκη για εθνική στρατηγική ενίσχυσης των αγροτικών προϊόντων
12/3/2009 7:04:00 πμ
Η ποιοτική υπεροχή των αγροτικών προϊόντων της Μεσσηνίας είναι η απάντηση στον ανταγωνισμό, σύμφωνα με τον πρόεδρο της Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών Μεσσηνίας Βασίλη Κοζομπόλη. Όπως τονίζει σε συνέντευξη που παραχώρησε στην εφημερίδα ΕΞΠΡΕΣ «το πρόβλημα για τα αγροτικά προϊόντα είναι ότι δεν υπάρχει μια εθνική στρατηγική για την ενίσχυσή τους». Για την ενίσχυση της επιχειρηματικότητας όπως αναφέρει «δεν αρκεί μόνο ο αναπτυξιακός νόμος», καθώς «πρέπει να αντιμετωπίσουμε το κάθε προϊόν ως εθνικό και όσοι ασχολούνται με την αγροτική παραγωγή να βρεθούν κάτω από μία κρατική ομπρέλα».

Ποια είναι τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο πρωτογενής τομέας;

«Στον πρωτογενή τομέα υπάρχει πρόβλημα με τις χαμηλές τιμές και με όσους δραστηριοποιούνται σε αυτόν να βρίσκονται σε οριακό σημείο για την επιβίωσή τους.

Δυστυχώς, ενώ περάσαμε μια εικοσαετία μετά το '80 με πολύ καλές ενισχύσεις στα προϊόντα μας, σήμερα βλέπουμε μια σημαντική μείωση έως και 40% στις ενισχύσεις.

Τα αγροτικά προϊόντα, που είναι και ποιοτικά, δεν μπορούν να βρουν τη σωστή τιμή στην αγορά.

Πολλές μεγάλες μεταποιητικές επιχειρήσεις στη Μεσσηνία τη δεκαετία του '90 και το 2000, με εξαγωγικές κυρίως δραστηριότητες στα κυριότερα προϊόντα μας, που είναι το λάδι, η σταφίδα κ.ά., δεν κατάφεραν να κρατήσουν τους πελάτες τους. Κάποιες λίγες ιδιωτικές επιχειρήσεις που υπάρχουν, οι συνεταιρισμοί και η Ένωση είναι αυτοί που σήμερα προσπαθούν να διαχειριστούν τα αγροτικά προϊόντα, μέσα σε πολύ δύσκολες συνθήκες. Από την άλλη πλευρά, έχουμε την αύξηση στο κόστος παραγωγής, έχουμε ραγδαίες αυξήσεις σε φάρμακα, λιπάσματα, τα εργατικά χέρια δεν υπάρχουν πια, με αποτέλεσμα να δυσκολεύει η κατάσταση περισσότερο».

Οι επιχειρήσεις πως μπορούν να γίνουν εξωστρεφείς και τι μπορεί να γίνει και σε τοπικό επίπεδο, για την περαιτέρω βιωσιμότητα και ανταγωνιστικότητά τους;

«Αυτό που μας μένει είναι η ποιοτική υπεροχή των προϊόντων έναντι του ανταγωνισμού. Ο ανταγωνισμός δεν επιβραβεύει την ποιότητα. Αυτό που ζητεί η αγορά είναι τα φθηνά προϊόντα και βλέπουμε ότι οι τρίτες χώρες που εισέρχονται στην αγορά που δραστηριοποιούμαστε, μας δημιουργούν πρόβλημα. Υπάρχει μεγάλος ανταγωνισμός, πολλά κράτη έχουν άλλο κόστος και μπορεί να μην είναι στην τελική υπεροχή της μεσσηνιακής γης, αλλά ο τελικός καταναλωτής επιλέγει με βάση την τιμή. Αυτό αποτελεί ένα πρόβλημα. Επίσης, κυρίως στον ελληνικό χώρο, υπάρχει μεγάλο άνοιγμα της ψαλίδας μεταξύ τελικής τιμής και τιμής παραγωγού μεταποιητή, η οποία είναι εις βάρος και του προϊόντος. Δυσχεραίνει την απόφαση του καταναλωτή να προτιμήσει τα προϊόντα μας και του δίνει τη δυνατότητα να προτιμήσει προϊόντα που δεν είναι ελληνικά».

Ποιες παρεμβάσεις απαιτούνται ειδικότερα;

«Για τα αγροτικά προϊόντα, κυρίως για το λάδι, δεν υπάρχει εθνική στρατηγική που να έχει ως στόχο την ενίσχυση αυτού του τομέα. Το κράτος μπορεί να κάνει πολλά, χωρίς να κατηγορηθεί ότι παρεμβαίνει στην αγορά. Για την ενίσχυση της επιχειρηματικότητας στον τομέα της μεταποίησης των αγροτικών προϊόντων δεν αρκεί μόνο ένας αναπτυξιακός νόμος. Πρέπει να αντιμετωπίσουμε το κάθε προϊόν ως εθνικό προϊόν. Όλοι όσοι ασχολούνται με την παραγωγή αγροτικών προϊόντων, θα έπρεπε να βρίσκονται κάτω από μια κρατική ομπρέλα. Έχουμε γυρίσει την πλάτη στην εγχώρια αγορά. Κάποτε η Ελλάδα είχε τη μερίδα του λέοντος στο ελαιόλαδο, κατά 80% και 20% στα σπορέλαια. Τώρα έχουν αντιστραφεί τα ποσοστά και ενώ υπάρχει η οικονομική δυνατότητα (διότι το ελαιόλαδο είναι φθηνό) να πάρει μεγάλο μερίδιο της κατανάλωσης (διότι είναι εθνικό προϊόν, υπερέχει έναντι των άλλων ελαίων κ.ά.) αυτό δεν έχει γίνει.

Ένα άλλο σημαντικό ζήτημα είναι και η προώθηση στο εξωτερικό. Δυστυχώς, η προώθηση των προϊόντων μέσω εκθέσεων αποτελεί μια μέθοδο του παρελθόντος, καθώς εμείς πρέπει να έρθουμε σε επαφή με τον καταναλωτή. Δηλαδή δράσεις στον χώρο που πωλούνται τα προϊόντα, επαφές με επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στη λιανική, ώστε να ενημερωθεί ο καταναλωτής. Αυτό βέβαια ισχύει και για την Ελλάδα, όπου ο καταναλωτής έχει συνηθίσει σε διάφορους τύπους ελαιολάδου, οι οποίοι δεν είναι ελληνικοί.

Εμείς θα πρέπει να κάνουμε μια μεγάλη προσπάθεια τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό και κυρίως σε εκείνες τις αγορές όπου ο καταναλωτής έχει τη δυνατότητα να το προτιμήσει».

Ένα άλλο σημαντικό ζήτημα για το ελαιόλαδο είναι και η οδηγία της Ε.Ε. που επιτρέπει την πρόσμιξη.

«Το οξύμωρο στην απόφαση της Ε.Ε. που επιτρέπει πρόσμιξη στο ελαιόλαδο είναι ότι επιτρέπει σε έναν έλληνα μεταποιητή την πρόσμιξη και αυτό το προϊόν δεν απευθύνεται στην ελληνική αγορά, αλλά κυρίως είναι για εξαγωγή. Ταυτόχρονα επιτρέπει να εισαχθεί αυτό το ελαιόλαδο από μια άλλη χώρα για την εγχώρια κατανάλωση. Σίγουρα αυτή η απόφαση αποτελεί ένα χτύπημα για το ελαιόλαδο, το οποίο υπερέχει έναντι των άλλων σπορέλαιων, καθώς με αυτή τη μέθοδο το σπορέλαιο χρησιμοποιεί το ελαιόλαδο ώστε να αναβαθμιστεί το ίδιο ως προϊόν και να διατεθεί στην κατανάλωση.

Το μεγάλο πρόβλημα που ανακύπτει είναι από τη νοθεία που έχει να κάνει και με τον ανταγωνισμό. Τουλάχιστον αυτό που ζητάμε εμείς είναι να εκλείψουν τα ψιλά γράμματα από τις ετικέτες και από εκεί και πέρα είναι στην ευχέρεια του καταναλωτή να αποφασίσει».

Ποια είναι τα προς αξιοποίηση πλεονεκτήματα της περιοχής;

«Η περιοχή έχει κάποια πλεονεκτήματα τα οποία μπορούν να βοηθήσουν το ίδιο το προϊόν, όπως είναι το όνομα της περιοχής, δηλαδή το ελαιόλαδο Καλαμάτας και οι ελιές Kαλαμών, που είναι γνωστά παγκοσμίως, και το άλλο είναι ότι μικρές μεταποιητικές μονάδες έχουν επιχορηγηθεί και τηρούν όλους τους βασικούς κανόνες (ISO, HACP). Σήμερα, ο τελικός καταναλωτής θέλει να έχει πολλές πληροφορίες και πάνω σε αυτή την πρακτική δουλεύουμε και εμείς, ώστε το τελικό προϊόν να δίδει τη δυνατότητα στον καταναλωτή να πάρει αυτές τις πληροφορίες που θα τον κάνουν να αισθάνεται ασφαλής για τα τρόφιμα που αγόρασε».

Που επικεντρώνονται οι πρωτοβουλίες της Ένωσης;

«Η Ένωση αριθμεί σήμερα 180 μέλη πρωτοβάθμιους συνεταιρισμούς σε όλη τη Μεσσηνία που συνεργάζονται με 88 τυποποιητικές μονάδες, μερικές εκ των οποίων είναι συνεταιριστικές αλλά οι περισσότερες ιδιωτικές. Από τα 180 μέλη, τα 33 είναι αμιγώς ελληνικοί συνεταιρισμοί. Από την ποσότητα ελαιόλαδου που παράγεται στα ελαιοτριβεία μόνο το 20% της μεσσηνιακής παραγωγής μπορούμε να αξιοποιήσουμε ως Ένωση. Παράλληλα υπάρχει συνεργασία και με ιδιωτικά ελαιοτριβεία, με ιδιώτες παραγωγούς.

Η Ένωση έχει προέλθει από τη συνένωση των συνεταιριστικών ενώσεων που υπήρχαν στον νομό και ήταν η μόνη Ένωση στην Ελλάδα που δημιουργήθηκε με βάση τον νόμο 1541, το 1988. Έχουμε 60 χιλιάδες παραγωγούς δικαιούχους εκ των οποίων μόνο οι 15 χιλιάδες είναι κατά κύριο επάγγελμα αγρότες.

Η Ένωση διαθέτει επτά καταστήματα όπου υπάρχουν κέντρα εφοδίων, γεωπόνοι κ.ά. και έχουμε τη δυνατότητα να προμηθεύουμε τους παραγωγούς με όλα τα εφόδια γύρω από την παραγωγή (μηχανήματα, φυτοφάρμακα, λιπάσματα, τεχνικές συμβουλές κ.ά.). Επίσης έχουμε αντίστοιχες αποθήκες σε πολλά σημεία της Μεσσηνίας όπου μπορούμε να αποθηκεύσουμε χιλιάδες τόνους ελαιολάδου, ενώ διαθέτουμε και τρία εργοστάσια για την τυποποίηση ελαιολάδου, ελιάς Kαλαμών και σταφίδας. Κυρίως οι δραστηριότητες της Ένωσης έχουν συγκεντρωθεί στο ελαιόλαδο και λιγότερο στα υπόλοιπα προϊόντα. Ειδικότερα η σταφίδα είναι καλλιέργεια η οποία φθίνει (3-4 χιλιάδες τόνοι η παραγωγή)».

Πως συμβάλλει η Ένωση στην ενίσχυση των παραγωγών;

«Πέρα από τη στήριξη που παρέχουμε στα αγροτικά προϊόντα (όπως η πρόταση για τη στήριξη του ελαιοπαραγωγού με μία κοινή διαχείριση του παραγόμενου ελαιολάδου με τους συνεταιρισμούς), έχουμε εξασφαλίσει για τους παραγωγούς μια προκαταβολή στα 2 ευρώ ανά κιλό και εκκαθάριση της τελικής τιμής μέχρι τέλους Μαΐου. Εμείς δεν θέλουμε να μπούμε σε μια διαδικασία να εγκλωβίσουμε τον παραγωγό σε χαμηλές τιμές. Θέλουμε να τον διευκολύνουμε να αντεπεξέλθει στις υποχρεώσεις του με μία προκαταβολή και στη συνέχεια να δούμε πώς θα κινηθεί η αγορά, ώστε να εξασφαλίσουμε μια καλύτερη τιμή.