Περιφέρεια - Ύπαιθρος
Στην Κομοτηνή σήμερα η παρουσίαση της μελέτης του ΙΝΑΣΟ για τα βιοκαύσιμα
12/4/2007 10:19:54 πμ
Αύξηση στις τιμές των δημητριακών και διατροφικό πρόβλημα στις χώρες του τρίτου κόσμου φέρνει η ανάπτυξη των βιοκαυσίμων. Στην Ελλάδα, σύμφωνα με τη μελέτη του ΙΝΑΣΟ που παρουσιάζεται σήμερα (12/4) στην Κομοτηνή, οι ενεργειακές καλλιέργειες απαιτούν πρόσθετη στήριξη για να είναι βιώσιμες.

 

 Η παρουσίαση της μελέτης πραγματοποιείται στις 11 το πρωί, στο ξενοδοχείο ΦΙΛΙΑ. Πρόκειται για μελέτη στρατηγικής που φέρει τον τίτλο « Σχέδιο δράσης για τη βιομάζα και τα βιοκαύσιμα στην Ελλάδα», η οποία εκπονήθηκε από το Ινστιτούτο Αγροτικής Συνεταιριστικής Οικονομίας (ΙΝΑΣΟ), της ΠΑΣΕΓΕΣ. 

Η εκδήλωση, στην οποία θα παραβρεθεί ο Πρόεδρος της ΠΑΣΕΓΕΣ Τζανέτος Καραμίχας, πραγματοποιείται στο ξενοδοχείο ΦΙΛΙΑ, 1ο χιλ. Κομοτηνής Αλεξανδρούπολης.

 

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ

 

11:00 -11:10   Καλωσόρισμα του Προέδρου της ΕΑΣ Ροδόπης, κ. Ν. Σκοπιανού

 

11:10 - 11:25  Καλωσόρισμα από τον Πρόεδρο του ΙΝ.Α.Σ.Ο. Τζανέτο Καραμίχα

 

11:25 - 11:40  Σκοπός και αντικείμενο της μελέτης για τη βιομάζα και τα βιοκαύσιμα

                      στην Ελλάδα.

                      Εισηγητής : Μανώλης Ξανθάκης, Αντιπρόεδρος ΙΝ.Α.Σ.Ο.

 

11:40 - 12:00  Συνοπτική παρουσίαση της μελέτης

                      Εισηγητής : Νικόλαος Βασιλάκος  εκ μέρους της ομάδας μελετητών

 

12:00 - 13:00  Τοποθετήσεις - ερωτήσεις - συζήτηση

 

13:00 - 13:30  Μπουφές στην αίθουσα

 

13:30 - 14:30  Συνέντευξη τύπου στα τοπικά ΜΜΕ.

 

Βιο (καύσιμο) για διεθνείς... διενέξεις

 

Ακόμη και για 30% μερίδιο στην αγορά καυσίμων, σε παγκόσμιο επίπεδο, κάνουν λόγο ειδικοί ότι μπορεί να ανέλθει το ποσοστό των βιοκαυσίμων, με το τζίρο γύρω από το προϊόν να εκτοξεύεται σε αστρονομικά ύψη. Μια τέτοια εξέλιξη, πέρα από το «ράλι» που θα προκαλέσει στις τιμές των σιτηρών και ιδίως του καλαμποκιού, γεγονός με παράπλευρες ωφέλειες αλλά και δυσμενείς επιπτώσεις, θα σηματοδοτήσει μια νέα εποχή για την παγκόσμια διατροφική αλυσίδα. Καθώς, προβλέπεται ότι ένα μεγάλο μέρος του παγκόσμιου πληθυσμού που ζει υπό καθεστώς φτώχειας και ξοδεύει όλο σχεδόν το εισόδημά του, για την προμήθεια διατροφικών ειδών, θ' αντιμετωπίσει οξύ πρόβλημα.

 

Ήδη, πάντως, η παγκόσμια παραγωγή σιτηρών για την τρέχουσα περίοδο αναμένεται να κυμανθεί κατά 1 και 2 εκατ. τόνους προς τα πάνω, σύμφωνα με το Διεθνές Συμβούλιο Δημητριακών (IGC).

 

Την ίδια ώρα, την ανιούσα παίρνουν οι τιμές καλαμποκιού διεθνώς, λόγω της μεγάλης ζήτησης του προϊόντος για την παρασκευή βιοκαυσίμων.

 

Για την εμπορική περίοδο 2006 - 7 η παγκόσμια παραγωγή σιτηρών αναμένεται να ανέλθει στα 590 εκατ. τόνους, ενώ η παγκόσμια παραγωγή καλαμποκιού προβλέπεται να φθάσει στα 690 εκατ. τόνους.

 

Η αύξηση στην παραγωγή σιτηρών αποδίδεται κατά κύριο λόγο στην αυξημένη τουρκική παραγωγή, ενώ αξίζει να σημειωθεί ότι την ίδια στιγμή στη Βραζιλία παρατηρείται αισθητή μείωση. Όσον αφορά την αύξηση στην παραγωγή καλαμποκιού, αυτή δείχνει να οφείλεται στις ευνοϊκές καιρικές συνθήκες που επικρατούν σε Αργεντινή και Βραζιλία.

 

Πάντως, όπως επισημαίνουν παράγοντες του κλάδου, η αύξηση στις τιμές του καλαμποκιού οφείλεται, κυρίως, στην ολοένα και αυξανόμενη ζήτηση του προϊόντος για την παρασκευή βιοκαυσίμων.

 

Και στην Κίνα, όμως, αυξημένη κατά 3,3%, σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος ήταν η παραγωγή καλαμποκιού πέρυσι, αγγίζοντας τους 144 εκατ. τόνους. Αύξηση της παραγωγής αναμένεται πάντως και φέτος εξαιτίας, κυρίως, της στροφής στα βιοκαύσιμα αλλά και των καλύτερων τιμών για τους αγρότες, σε σχέση με τη σόγια.

 

Οι ευνοϊκές καιρικές συνθήκες σε συνδυασμό με τις καλύτερες αποδόσεις από τη σόγια, έδωσαν στη παραγωγή καλαμποκιού το αποτέλεσμα των 144 εκατ. τόνων, που για φέτος μπορεί να φθάσει και τους 146 εκατ. τόνους, εάν καλλιεργηθούν όπως υπολογίζεται, περί τα 274 εκατ. στρέμματα.

 

Πέρα από την αύξηση της παραγωγής στο καλαμπόκι αξίζει να σημειωθεί ότι άνοδος παρατηρήθηκε και στην κινεζική παραγωγή σταριού και ρυζιού.

 

Στο στάρι σημειώθηκε αύξηση της τάξης του 6,6% (103,8 εκατ. τόνοι), σε σύγκριση με το 2005, ενώ στο ρύζι η σοδειά ανήλθε στα 180,8 εκατ. τόνους, ελαφρά αυξημένη σε σχέση με τον προηγούμενο χρόνο.

 

Για, φέτος, οι ειδικοί προβλέπουν κάμψη της παραγωγής σταριού στην Κίνα, εξαιτίας της ξηρασίας που πλήττει τις βόρειες περιοχές της χώρας, ενώ οι εκτιμήσεις για το ρύζι είναι θετικές, υπολογίζοντας την παραγωγή να ανέρχεται στα 187 εκατ. τόνους.

 

Ωστόσο, οι εν γένει εξελίξεις σε παγκόσμιο επίπεδο που σχετίζονται με τα βιοκαύσιμα υπόσχονται ένα πιο καθαρό περιβάλλον, αλλά μια νέα διέξοδο για τον αγροτικό τομέα.

 

Η μελέτη του ΙΝΑΣΟ

 

Σύμφωνα με τους μελετητές του ΙΝΑΣΟ, το κριτήριο για το ύψος στο οποίο θα κινηθεί η παραγωγή ενεργειακών φυτών τα επόμενα χρόνια είναι οι υποχρεώσεις που έχει αναλάβει η χώρα μας, τόσο για το ποσοστό βιοκαυσίμων στο σύνολο των καυσίμων που καταναλώνει, όσο και το ποσοστό των Ανανεώσιμων Πηγών στο ενεργειακό ισοζύγιο.

 Θυμίζουμε ότι με βάση τα δεδομένα αυτά και την, ανά καλλιεργούμενο είδος, απαιτούμενη επιδότηση, προκύπτει η ανάγκη να «κατευθύνονται» συνολικά περί τα 190 εκατ. ευρώ το χρόνο για την ενίσχυση του τομέα. Εάν, δε, αφαιρεθούν τα ποσά που δίνονται και σήμερα ως στρεμματική ενίσχυση (4,5 ευρώ ανά στρέμμα) και εκείνα που θα εξοικονομήσει η χώρα από την πληρωμή μικρότερων «δικαιωμάτων ρύπων», το συνολικό απαιτούμενο ποσό φτάνει τα 130 εκατ. ευρώ το χρόνο.

 

Χρήσιμο θα ήταν στο σημείο αυτό ν' αναφέρουμε ότι στο πλαίσιο του βασικού της σκοπού, η μελέτη του ΙΝΑΣΟ εξέτασε:

 

  • τις τεχνολογίες ενεργειακής αξιοποίησης βιομάζας και του μεγέθους τους, που είναι δυνατόν να εφαρμοσθούν άμεσα στις μονάδες μετατροπής των πρώτων υλών σε τελικά ενεργειακά προϊόντα (ηλεκτρική ή/και θερμική ενέργεια, υγρά και στερεά βιοκαύσιμα)

 

  • τις νέες δυνητικές αγροτικές καλλιέργειες που μπορούν να εξασφαλίσουν ένα ικανοποιητικό εισόδημα, σε μακροπρόθεσμη βάση, για τους γεωργούς και τη μερική στροφή τους από τη «διατροφική» στην «ενεργειακή» γεωργία

 

  • τις διαθέσιμες ποσότητες βιομάζας (τεχνικά διαθέσιμο δυναμικό βιομάζας), και των περιοχών υψηλής συγκέντρωσης και την, καταρχήν, χωροθέτηση των αντίστοιχων μονάδων μετατροπής

 

  • το βέλτιστο μέγεθος των μονάδων μετατροπής, έτσι ώστε οι εξεταζόμενες επενδύσεις να είναι οικονομικά εφικτές και τα συναφή οικονομικά τους στοιχεία (κεφαλαιουχικό και λειτουργικό κόστος)

 

  • τις προϋποθέσεις, όρους και δράσεις που απαιτούνται για την οικονομική λειτουργία της εφοδιαστικής αλυσίδας των μονάδων μετατροπής, όσον αφορά τις διαθέσιμες ποσότητες βιομάζας

 

  • την εφικτότητα σύζευξης των ως άνω γεωργικών δραστηριοτήτων ανάπτυξης και διαχείρισης των πρώτων υλών, με τη βιώσιμη λειτουργία των μονάδων μετατροπής βιομάζας σε ενεργειακά προϊόντα

 

  • τις θεσμικές δράσεις που πρέπει να αναληφθούν ώστε να προκύψουν βιώσιμες επενδύσεις ενεργειακής αξιοποίησης βιομάζας, με συγκεκριμένες πρώτες ύλες που θα προσκομίζονται στη μονάδα από την τοπική παραγωγή σε ανταγωνιστικές τιμές.

 

Οικονομική αποτίμηση

 

Στη συνέχεια, και στη βάση μίας εμπεριστατωμένης και αναλυτικής μεθοδολογίας, η μελέτη εξέτασε διεξοδικά τόσο το κόστος παραγωγής πρώτων υλών (ενεργειακών καλλιεργειών), όσο και το κεφαλαιουχικό και λειτουργικό κόστος των αντίστοιχων μονάδων βιομετατροπής, για κάθε ένα από τους τέσσερις βασικούς συνδυασμούς που αναδείχθηκαν στα προηγούμενα:

 

i) ηλίανθος (ελαιοκράμβη) → βιοντήζελ

 

ii) γλυκό σόργο (τεύτλα, σιτάρι, καλαμπόκι) → βιοαιθανόλη

 

iii) κυτταρινούχο σόργο (καλάμι, αγροτικά υπολείμματα) → ηλεκτροπαραγωγή

 

iv) κυτταρινούχο σόργο (αγροτικά υπολείμματα) → στερεά μορφοποιημένα καύσιμα (πελέττες).

 

Η σύζευξη των τεχνικοοικονομικών δεδομένων και των παραμέτρων βιωσιμότητας των δύο βασικών πόλων της βιοενέργειας, δηλ. αφ' ενός της ενεργειακής καλλιέργειας (αγρότες), αφ' ετέρου της μονάδας βιομετατροπής (επενδυτές), καθιστά δυνατή τη δημιουργία μίας αποδοτικής εφοδιαστικής/τεχνολογικής «αλυσίδας» και μίας βιώσιμης ενεργειακής αγοράς. Επίσης, καθορίζει μία εύλογη, για όλα τα συμβαλλόμενα μέρη της αλυσίδας αυτής (γεωργούς-προμηθευτές-επενδυτές), τιμή πώλησης της παραγόμενης ενεργειακής πρώτης ύλης, τόσο στον αγρό, όσο και στην πόρτα της μονάδας μετατροπής της σε τελικά ενεργειακά προϊόντα.

 

Η μελέτη προσδιόρισε, στη συνέχεια, την αναγκαία επιδότηση στους αγρότες/παραγωγούς, για την υλοποίηση βιώσιμων επιχειρηματικών σχεδίων, με εύλογο ύψος εισοδήματος τόσο για τους ίδιους, όσο και για τους επενδυτές/ιδιοκτήτες των μονάδων βιομετατροπής.

 

Ειδικότερα:

  • για τους αγρότες/παραγωγούς, τέθηκε ως απαίτηση να διατηρήσουν τουλάχιστον το ίδιο καθαρό εισόδημα (αναγόμενο σε €/στρέμμα) που έχουν σήμερα με την - υπό αναδιάρθρωση - συμβατική καλλιέργεια που καλλιεργούν (π.χ. βαμβάκι, καλαμπόκι, σιτηρά, καπνά ή τεύτλα), όταν θα την αντικαταστήσουν με την ενεργειακή καλλιέργεια που θα τροφοδοτεί τη δεδομένη μονάδα βιομετατροπής (π.χ. γλυκό σόργο, ηλίανθο, κυτταρινούχο σόργο, κλπ.)
  • για τους επενδυτές/ιδιοκτήτες, ο Βαθμός Εσωτερικής Απόδοσης - IRR των επενδύσεών τους (υλοποίηση και λειτουργία των μονάδων βιομετατροπής) τέθηκε ίσος με ≈ 15%.

Στην περίπτωση των βιώσιμων επιχειρηματικών σχεδίων προσδιορίσθηκε, ανά περίπτωση, η καθαρή, εν δυνάμει πρόσοδος για τους αγρότες και εκτιμήθηκαν, κατά περίπτωση:

  • το ύψος της απαιτούμενης στρεμματικής επιδότησης (Εεν) που αναφέρεται στην ενίσχυση προς τους παραγωγούς για την υποκατάσταση της εκάστοτε υποκαθιστώμενης συμβατικής καλλιέργειας, με την αντίστοιχη ενεργειακή
  • η διαφορική επιδότηση ανά στρέμμα (ΔΕ) για το σύνολο των εκτάσεων συμβατικών καλλιεργειών που υποκαθιστώνται από ενεργειακές καλλιέργειες, για την πλήρη τροφοδοσία με πρώτη ύλη μίας «τυπικής» μονάδας βιομετατροπής.

 

Παρακάτω παρατίθενται οι υπολογισθείσες στρεμματικές επιδοτήσεις (Εεν) που απαιτούνται για τις εξεταζόμενες ενεργειακές καλλιέργειες για κάθε περίπτωση υποκατάστασης των προς αναδιάρθρωση έξη (6) συμβατικών καλλιεργειών. Τονίζεται ότι οι επιδοτήσεις αυτές καθιστούν τα επιχειρηματικά σχέδια που εξετάσθηκαν βιώσιμα (IRR=15%) και διατηρούν χωρίς απώλειες το σημερινό εισόδημα του παραγωγού.

 

Αναλυτικότερα, για την υποκατάσταση του μαλακού σιταριού, σκληρού σιταριού, καπνού, βαμβακιού, καλαμποκιού και τεύτλων, καταρχήν, με κυτταρινούχο σόργο για Η/Π απαιτείται χορήγηση επιδότησης από 51 έως 80,15 Ευρώ ανά στρέμμα κατά περίπτωση. Επίσης, για την υποκατάσταση με γλυκό σόργο απαιτείται επιδότηση από 20,47 έως 49,62 Ευρώ ανά στρέμμα αντίστοιχα και κατά περίπτωση.

 

Ομοίως, για την αντικατάσταση με ηλίανθο, απαιτείται επιδότηση από 5,82 έως 34,87 Ευρώ ανά στρέμμα, ενώ για το κυτταρινούχο σόργο για παραγωγή μορφοποιημένων καυσίμων, απαιτείται επιδότηση από 29,54 έως 26,63 Ευρώ ανά στρέμμα και κατά περίπτωση πάντα.

 

Από τα στοιχεία αυτά προκύπτει ότι:

  • Σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις (πλην της περίπτωσης υποκατάστασης του μαλακού σιταριού με κυτταρινούχο σόργο για παραγωγή πελεττών) υποκατάστασης συμβατικών με ενεργειακές καλλιέργειες απαιτείται σημαντική (στρεμματική) επιδότηση των τελευταίων. Η επιδότηση αυτή είναι, στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων, πολύ μεγαλύτερη από τη σημερινή επιδότηση των 4,50 €/στρέμμα που προβλέπεται για τις ενεργειακές καλλιέργειες, αλλά σημαντικά μικρότερη από την υφιστάμενη επιδότηση (Εσυμ) των συμβατικών καλλιεργειών

 

  • Το κυτταρινούχο σόργο για ηλεκτροπαραγωγή είναι η πλέον ασύμφορος (από πλευράς απαιτούμενης επιδότησης) από τις τέσσερις ενεργειακές καλλιέργειες που εξετάσθηκαν αναλυτικά, γεγονός που επιτείνει την ανάγκη ενίσχυσης της τιμής πώλησης της παραγόμενης από (αγροτική και δασική) βιομάζα ηλεκτρικής ενέργειας. Αντίθετα, το κυτταρινούχο σόργο για παραγωγή στερεών μορφοποιημένων καυσίμων (πελεττών) είναι η πλέον συμφέρουσα από πλευράς επιδότησης από τις ως άνω τέσσερις ενεργειακές καλλιέργειες. Ο ηλίανθος αποτελεί τη δεύτερη πλέον συμφέρουσα από τις ως άνω καλλιέργειες με συγκρίσιμες του κυτταρινούχου σόργου (για πελέττες) ενεργειακές επιδοτήσεις

 

  • Το γλυκό σόργο απαιτεί, στις περιπτώσεις υποκατάστασης καπνού, βαμβακιού και καλαμποκιού, μικρότερη επιδότηση από τις συμβατικές καλλιέργειες χωρίς μείωση του σημερινού εισοδήματος του παραγωγού, στην περίπτωση δε των τεύτλων απαιτείται σχεδόν παρόμοια επιδότηση

 

  • Ο ηλίανθος (με αξιοποίησή του σε συζευγμένο σπορελαιουργείο με μονάδα παραγωγής βιοντήζελ) απαιτεί σε κάθε περίπτωση μικρότερη επιδότηση από τις συμβατικές καλλιέργειες χωρίς μείωση του σημερινού εισοδήματος του παραγωγού

 

  • Το κυτταρινούχο σόργο για παραγωγή στερεών βιοκαυσίμων (πελέττες) δεν απαιτεί καθόλου επιδότηση κατά την υποκατάσταση μαλακού σιταριού. Στις υπόλοιπες περιπτώσεις υποκατάστασης συμβατικών καλλιεργειών με κυτταρινούχο σόργο απαιτείται μικρότερη επιδότηση από τις συμβατικές καλλιέργειες χωρίς μείωση του σημερινού εισοδήματος του παραγωγού.

 

Η ανάλυση ευαισθησίας για συγκεκριμένες κρίσιμες λειτουργικές παραμέτρους κάθε επιχειρηματικού σχεδίου, κατέδειξε ότι υπάρχουν επιπλέον σημαντικά περιθώρια βελτίωσής τους στο άμεσο μέλλον. Οι κυριότεροι παράμετροι, στις οποίες πρέπει να αποδοθεί ιδιαίτερο ενδιαφέρον και προσοχή είναι:

 

  • Από την πλευρά των αγροτών/παραγωγών, η απόδοση της εφοδιαστικής αλυσίδας (δηλ. της παραγωγής, της διακίνησης/μεταφοράς και της προεπεξεργασίας/θρυμματισμού των πρώτων υλών). Τονίζεται ότι η σημασία της εφοδιαστικής αλυσίδας θα ήταν ακόμη μεγαλύτερη εάν κυριαρχούσαν συνθήκες ελεύθερης αγοράς, όπου η επιδότηση θα δινόταν σε €/τόνο αντί της σημερινής πρακτικής (€/στρέμμα)

 

  • Από την πλευρά των επενδυτών/ιδιοκτητών των μονάδων ενεργειακής αξιοποίησης βιομάζας, η βελτίωση της διεργασίας βιομετατροπής (δηλ. η αύξηση του βαθμού απόδοσης). Η υιοθέτηση αποδοτικότερων τεχνολογιών απαιτεί όμως και βελτίωση της ζήτησης των τελικών ενεργειακών προϊόντων από την πλευρά της Πολιτείας (βλ. παρακάτω)

 

  • Από την πλευρά της αγοράς, η βελτίωση των συνθηκών της αγοράς βιοενέργειας (αύξηση της ζήτησης), και άρα της τιμής πώλησης των τελικών ενεργειακών προϊόντων (π.χ. μέσω της σημαντικής αύξησης του ποσοστού αποφορολογούμενων βιοκαυσίμων, της αύξησης της τιμής πώλησης της ηλεκτρικής ενέργειας από βιομάζα στο Σύστημα, κ.λπ.).

 

Η μελέτη εξέτασε, επίσης, τα κύρια μέρη του Συμβολαίου Προμήθειας Πρώτων Υλών (ή «Συμβολαίου Καυσίμου»), στη σύνταξη του οποίου πρέπει να δίδεται μεγάλη σπουδαιότητα, καθώς αυτό θα αποτελεί το κύριο δεσμευτικό έγγραφο μεταξύ των εμπλεκομένων (Πωλητών/Παραγωγών και Αγοραστών/Επενδυτών) σε οποιαδήποτε επενδυτική εφαρμογή ενεργειακής αξιοποίησης της βιομάζας.

Όσον αφορά την ενεργοποίηση παραγωγών/αγροτών, για την αποτελεσματικότερη προώθηση της βιοενέργειας στη χώρα μας, τονίζεται ότι - παράλληλα με τις συνεχιζόμενες προσπάθειες για αποτροπή των (επικείμενων) μεγάλων μειώσεων στις πληρωμές αγροτικών επιδοτήσεων - πρέπει οι Αγροτικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις (ΑΣΟ) να εξετάσουν ενδελεχώς και τα νέα αναπτυξιακά ζητήματα που προκύπτουν (και τα οποία συζητήθηκαν παραπάνω), σε σχέση με τη συμμετοχή τους στα υπό διαμόρφωση επιχειρηματικά σχήματα υλοποίησης μονάδων βιομετατροπής, αλλά και στην ανάπτυξη ολοκληρωμένων/καθετοποιημένων επιχειρήσεων διαχείρισης των ενεργειακών Α' υλών.

 

Για τη βιωσιμότητα των ως άνω επιχειρηματικών σχημάτων, απαιτείται (πάγια) κεφαλαιουχική επιδότηση των σχετικών μονάδων βιομετατροπής της τάξης των ≈ 300 εκ € συνολικά, για την ενίσχυση των μονάδων εκείνων που απαιτούνται για την εκπλήρωση των στόχων της Ελλάδας για τη βιοενέργεια μέχρι το έτος 2010.

 

Εκτιμήθηκε, επίσης, ότι η αποφευγόμενη ετήσια ποσότητα εκπομπών CO2, αφ΄ενός από τη χρήση εγχώρια παραγόμενων βιοκαυσίμων στις μεταφορές, αφ΄ετέρου εγχώριας βιομάζας στην ηλεκτροπαραγωγή, αντιστοιχεί σε εξοικονόμηση εθνικών πόρων ύψους περίπου 50 εκ. €/έτος.

 

Η συνολικά απαιτούμενη ετήσια επιδότηση των ενεργειακών καλλιεργειών, για να επιτευχθεί η εύλογη απόδοση των επενδύσεων βιομετατροπής και να διασφαλισθούν τα σημερινά έσοδα των αγροτών, ανέρχεται σε 197 εκ. €/έτος. Εάν από το ποσό αυτό αφαιρεθεί:

 

α) η επιδότηση που ήδη δίνεται για  17 εκ. €/έτος, και»ενεργειακές καλλιέργειες, δηλ. τα 4,5 €/στρέμμα ή συνολικά 50 εκ. €

 

β) η ετήσια εξοικονόμηση πόρων ( από την αποτροπή εκπομπών CO2 με τη χρήση εγχώρια παραγόμενων υγρών βιοκαυσίμων στις μεταφορές και βιομάζας στην Η/Π, προκύπτει ότι η πρόσθετη ετήσια επιδότηση που απαιτείται για τη συνολική βιωσιμότητα των ενεργειακών καλλιεργειών στη χώρα μας ανέρχεται σε 130 εκ. €/έτος περίπου. Το συνολικό ποσό που πρέπει να διατεθεί στην οκταετία 2007-2013 (Δ' ΚΠΣ) ανέρχεται, συνεπώς, σε 960 εκ. € και αντιστοιχεί μόνο στο 14,5% των αναμενόμενων Κοινοτικών επιδοτήσεων και του αντίστοιχου εθνικού σκέλους για την ίδια χρονική περίοδο.

 

Βάσει, λοιπόν, όλων αυτών οι μελετητές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι πρέπει, απαραιτήτως, να δοθούν επιπλέον κίνητρα στους Έλληνες αγρότες για να καλλιεργήσουν ενεργειακά φυτά, προκειμένου κι ο αγροτικός κόσμος να βρει μια νέα διέξοδο, αλλά και η χώρα μας να οδηγηθεί σε επίτευξη του εθνικού της στόχου για τα βιοκαύσιμα, μέσω της εγχώριας παραγωγής ενεργειακών φυτών.

 

Πόσο, όμως, εύκολο είναι να επιτευχθεί ο στόχος ακόμη και σε ευρωπαϊκό επίπεδο; Και πάλι δύσκολο θ' απαντούσε κανείς, καθώς η επίτευξη του ποσοστού 5,75% σε βιοκαύσιμα για το έτος 2010, κρίνεται μακρινή.

 

Τη μεγαλύτερη πρόοδο στον τομέα έχουν σημειώσει η Γερμανία με το βιοντίζελ και η Σουηδία με τη βιοαιθανόλη.

 

Οι χώρες αυτές προωθούν και πλούσια μείγματα βιοκαυσίμων ή αμιγή βιοκαύσιμα και έχουν θεσπιστεί φοροαπαλλαγές.