Μεταξύ άλλων στο εγχειρίδιο του ΥΠΑΑΤ που υπάρχει ολόκληρο στην ηλεκτρονική διεύθυνση www.minagric.gr περιλαμβάνονται τα εξής:
ΕΝΟΤΗΤΑ 1η
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι
ΦΥΜΑΤΙΩΣΗ ΤΩΝ ΒΟΟΕΙΔΩΝ
Είναι το νόσημα που προκαλείται από το Mycobacterium bovis σε βοοειδή αλλά και σε ζώα άλλων ευαίσθητων ειδών και χαρακτηρίζεται από την ανάπτυξη φυματίων σε πολλά όργανα του σώματος του μολυσμένου ζώου.
ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΟΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ
Η φυματίωση στα βοοειδή προκαλείται συνήθως από το M. bovis βακτήριο του είδους Mycobacteria. Τα βακτήρια αυτού του είδους περιέχουν στο κυτταρικό τοίχωμα μυκολικό οξύ, το οποίο συμμετέχει σε σχηματισμό μακρών αλύσεων με λιπαρά οξέα. Στους παραπάνω σχηματισμούς πιθανόν να οφείλεται η ανθεκτικότητα που έχουν τα μυκοβακτήρια στον αποχρωματισμό τους με οξέα ή σε συνδυασμό οξέων με αλκοόλη. Η ιδιότητά τους αυτή τα χαρακτηρίζει ως οξεάντοχα. Τα οξεάντοχα βακτήρια μετά από χρώση Ziehl-Neelsen εμφανίζονται ως κόκκινοι μικροσκοπικοί βάκιλοι.
Το Μ. bovis είναι παθογόνο για τον άνθρωπο και απομονώνεται συχνά από ασθενείς με φυματίωση ειδικά σε αναπτυσσόμενες χώρες, όπου οι συνθήκες υγιεινής δεν είναι σε υψηλό επίπεδο.
Η θερμοκρασία επώασης του Μ. bovis είναι οι 35οC. Για να αναπτυχθεί το βακτήριο στο θρεπτικό υπόστρωμα, απαιτείται μεγάλη χρονική περίοδος επώασης, η οποία κυμαίνεται μεταξύ 3-6 εβδομάδων. Το Μ. bovis όταν αναπτύσσεται σε στερεό θρεπτικό υπόστρωμα, παράγει αποικίες μικρές (μικρότερες από 1mm) ημιδιαφανείς, λείες και πυραμιδοειδείς.
Το Μ. bovis είναι δυνατό να αναπτυχθεί και σε θρεπτικό υπόστρωμα κατάλληλο για M. tuberculosis. Το M. bovis όταν αναπτύσσεται στο υπόστρωμα αυτό, δίνει αποικίες αδρές που προσομοιάζουν με τις αντίστοιχες του M. tuberculosis.
Όταν γίνεται μικροσκοπική εξέταση επιχρισμάτων, τα οποία λαμβάνονται από καλλιέργεια του βακτηρίου σε υποστρώματα που περιέχουν αυγό, διαπιστώνονται νημάτια σαν σερπαντίνες. Όταν εφαρμόζονται βιοχημικές δοκιμές, το M. bovis δίνει αρνητική αντίδραση νιασίνης, όπως επίσης και αρνητική αντίδραση μείωσης των νιτρικών. Διαφοροποιείται από τα άλλα μυκοβακτήρια, διότι είναι ευαίσθητο στο thiophene-2-carboxylic acid hydrazine (TCH). Η ευαισθησία του Μ. bovis στα αντιφυματικά σκευάσματα είναι ίδια με αυτή του M. tuberculosis.
Ένα εξασθενημένο στέλεχος του M. bovis, το οποίο ονομάζεται Bacille Calmette - Guerin (BCG), χρησιμοποιείται ως εμβόλιο σε ανθρώπους προκειμένου να ανοσοποιηθούν κατά της φυματίωσης άτομα, τα οποία ανήκουν σε ευαίσθητες ομάδες του πληθυσμού. Πρόσφατα το ίδιο στέλεχος άρχισε να χρησιμοποιείται ως ενισχυτικό του ανοσοποιητικού συστήματος σε άτομα που πάσχουν από ανοσολογική ανεπάρκεια ή κακοήθη νοσήματα.
Μέχρι πρόσφατα η ταυτοποίηση των μυκοβακτηρίων βασίζονταν στα ειδικά καλλιεργητικά χαρακτηριστικά τους, σε βιοχημικές δοκιμές, όπως επίσης και στην ευαισθησία τους σε ειδικούς αντιμικροβιακούς παράγοντες. Με την εξέλιξη της μοριακής βιολογίας η ταυτοποίηση πλέον του M. bovis αλλά και των στελεχών του στηρίζεται σε μεθόδους πολλαπλασιασμού και ανάλυσης του DNA, όπως επίσης και σε απόλυτα εξειδικευμένες ανοσολογικές τεχνικές (dot- blotting, spoliotyping).
ΕΠΙΔΗΜΙΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΦΥΜΑΤΙΩΣΗΣ ΤΩΝ ΒΟΟΕΙΔΩΝ
Από τα είδη των ζώων που προσβάλλονται από M. bovis, τα βοοειδή, οι αίγες και οι χοίροι θεωρούνται ως τα πλέον ευαίσθητα είδη, ενώ τα πρόβατα και τα άλογα εμφανίζουν αυξημένη φυσική αντίσταση στο λοιμογόνο παράγοντα. Στα ευαίσθητα είδη ζώων η νόσος παρατηρείται σε όλες τις ηλικίες. Από το M. bovis είναι δυνατό να προσβληθεί και ο άνθρωπος.
Η φυματίωση, η οποία οφείλεται σε στελέχη του M. bovis, έχει αναφερθεί σε ελάφια, ζαρκάδια, βούβαλους, καμήλες, βίσωνες, πιθήκους και άλλα άγρια ζώα, όπως επίσης και πτηνά. Ορισμένα είδη αγρίων ζώων μπορεί να παίξουν σημαντικό ρόλο στην επιδημιολογία της νόσου, διότι αποτελούν σοβαρή πηγή μόλυνσης για τα βοοειδή, τα οποία βόσκουν σε λειμώνες και καταναλώνουν χλόη μολυσμένη από μυκοβακτήρια που απεκκρίνονται από τους μολυσμένους ασβούς.
Στις αναπτυγμένες χώρες η φυματίωση των βοοειδών δεν εμφανίζεται συχνά. Παρόλο αυτά υπάρχουν αναφορές για υψηλή νοσηρότητα σε ορισμένες εκτροφές. Η παρουσία της νόσου συνήθως διαπιστώνεται μετά από ανίχνευση των ειδικών μακροσκοπικών αλλοιώσεων στο σφάγιο κατά τον κρεοσκοπικό έλεγχο.
Η κύρια πηγή μόλυνσης των βοοειδών είναι τα μολυσμένα βοοειδή. Ο μολυσματικός παράγοντας απεκκρίνεται με τον εκπνεόμενο αέρα, με τα πτύελα και τα κόπρανα, όταν υπάρχουν εντερικές αλλοιώσεις σε περίπτωση εντερικής φυματίωσης ή όταν καταπίνονται πτύελα από τις πνευμονικές αλλοιώσεις. Επίσης το μυκοβακτήριο απεκκρίνεται με το γάλα, τα ούρα, τα εκκρίματα του κόλπου και της μήτρας, όπως επίσης και με τα εκκρίματα ανοικτών πληγών από μολυσμένους λεμφαδένες.
Τα ζώα που φέρουν αλλοιώσεις φυματίωσης, οι οποίες συνδέονται με τις αεροφόρους οδούς, το δέρμα ή τον βλεννογόνο του εντέρου, διασπείρουν τη μόλυνση. Βοοειδή που βρίσκονται στο αρχικό στάδιο της νόσου, χωρίς να φέρουν εμφανείς αλλοιώσεις, είναι δυνατό να απεκκρίνουν μυκοβακτήρια με τη βλέννα της τραχείας και της ρινός. Σε περιπτώσεις πειραματικής μόλυνσης η πρώτη απέκκριση του μυκοβακτηρίου παρατηρήθηκε περίπου 90 ημέρες μετά την αρχική μόλυνση.
Στις περισσότερες των περιπτώσεων η είσοδος του μολυσματικού παράγοντα στον οργανισμό γίνεται μετά από εισπνοή ή κατάποση. Η εισπνοή θεωρείται ως ο σημαντικότερος τρόπος μόλυνσης στα ενσταυλισμένα βοοειδή αλλά και στα βοοειδή που βόσκουν σε λειμώνες. Ο ενσταυλισμός προδιαθέτει στη διάδοση της νόσου. Όσο η πυκνότητα πληθυσμού στο στάβλο αυξάνεται, οι πιθανότητες μετάδοσης της νόσου αυξάνουν. Σε χώρες όπου τα βοοειδή βόσκουν στους λειμώνες, παρατηρείται χαμηλό ποσοστό μόλυνσης από φυματίωση, εντούτοις έχουν αναφερθεί περιπτώσεις εκτροφών με νοσηρότητα 60-70%.
Στα αγελαία βοοειδή ως κύριος τρόπος μόλυνσης θεωρείται η κατάποση του μολυσματικού παράγοντα, όταν η βοσκή, το πόσιμο νερό, οι ποτίστρες και οι ταΐστρες μολύνονται από κόπρανα ή άλλα εκκρίματα, στα οποία υπάρχει ο λοιμογόνος παράγοντας. Στα βοοειδή κρεοπαραγωγής η νόσος παρατηρείται συνήθως σε χαμηλότερα ποσοστά, λόγω των συνθηκών εκτροφής των παραπάνω ζώων. Σε ορισμένες όμως εκτροφές βοοειδών κρεοπαραγωγής έχουν καταγραφεί υψηλά ποσοστά νοσηρότητας, όταν εισάγονται στην εκτροφή μολυσμένα ζώα και όλα τα ζώα πίνουν νερό από κοινές ποτίστρες, ειδικά σε περιόδους ξηρασίας.
Σε συνθήκες εκτροφής το στάσιμο νερό μπορεί να παραμείνει μολυσμένο μέχρι 18 ημέρες μετά τη χρήση του από μολυσμένο ζώο. Αντίθετα το τρεχούμενο νερό δεν αποτελεί σημαντική πηγή μόλυνσης για τα βοοειδή, τα οποία βόσκουν σε λειμώνες.
Από τα κόπρανα μολυσμένων βοοειδών και από το έδαφος, όπου αυτά εναποτίθενται, είναι δυνατό να απομονωθούν ζώντα μυκοβακτήρια για χρονικό διάστημα 6-8 εβδομάδων μετά την εναπόθεση των κοπράνων. Η επιβίωση του μυκοβακτηρίου στη χλόη μπορεί να είναι σύντομη έως και 1εβδομάδα, εφόσον ο καιρός είναι ξηρός και η χλόη ξερή. Η διάρκεια αυτή όμως μπορεί να είναι μεγαλύτερη, όταν ο καιρός είναι υγρός.
Ο χρόνος επιβίωσης του μυκοβακτηρίου στα αντικείμενα που χρησιμοποιούνται στους στάβλους, δεν είναι δυνατό να προσδιοριστεί επακριβώς, λόγω των διαφορετικών συνθηκών που επικρατούν σε κάθε εκτροφή.
Ο συνηθέστερος τρόπος διάδοσης της μόλυνσης στους μόσχους είναι η κατανάλωση μολυσμένου γάλακτος από τη μητέρα, ειδικά όταν αυτή πάσχει από φυματιώδη μαστίτιδα. Η μόλυνση είναι δυνατό να μεταδοθεί ενδομητρικά στο έμβρυο. Επίσης η μόλυνση του γεννητικού συστήματος του ζώου μπορεί να γίνει με τη χρήση μολυσμένου σπέρματος, με την επίβαση από μολυσμένο ταύρο ή με τη χρήση μολυσμένων καθετήρων μήτρας. Η μόλυνση του μαστού μπορεί να γίνει με μολυσμένους καθετήρες θηλών ή μολυσμένα θήλαστρα.
Ασυνήθιστες πηγές μόλυνσης για τα βοοειδή είναι οι μολυσμένες αίγες, γάτες, ακόμα και σταυλίτες, οι οποίοι πάσχουν από φυματίωση. Σε περιπτώσεις που η μόλυνση έγινε από γάτες ή ανθρώπους αυτή κατά κανόνα οφείλεται σε M. tuberculosis και όχι σε M. bovis.
Έχει διαπιστωθεί ότι τα βοοειδή της φυλής Zebu είναι ανθεκτικότερα στη φυματίωση σε σχέση με τα βοοειδή των Ευρωπαϊκών φυλών. Στα βοοειδή της φυλής Zebu οι αλλοιώσεις είναι ήπιες και όχι τόσο εκτεταμένες όσο στα βοοειδή των ευρωπαϊκών φυλών. Εντούτοις σε ενσταυλισμένα ζώα της φυλής αυτής έχει παρατηρηθεί νοσηρότητα μέχρι και 60% αλλά και σημαντική απώλεια σωματικού βάρους στα μολυσμένα ζώα.
Στους χοίρους η επέκταση της νόσου είναι μικρότερη σε σχέση με τα βοοειδή, πολλές φορές όμως η συχνότητα εμφάνισης της νόσου στους χοίρους αντικατοπτρίζει την κατάσταση που επικρατεί στα βοοειδή ειδικά σε περιοχές που οι χοίροι διατρέφονται με υποπροϊόντα επεξεργασίας γάλακτος ή έρχονται σε στενή επαφή με μολυσμένα βοοειδή σε χώρους βόσκησης. Οι αίγες θεωρείται ότι είναι ευαίσθητες και σε περιπτώσεις που αυτές έρχονται σε στενή επαφή με τα βοοειδή στην βοσκή το ποσοστό μόλυνσης των ποιμνίων των αιγών είναι δυνατό να ανέλθει μέχρι και 70%. Τα πρόβατα και τα άλογα θεωρούνται ανθεκτικά στην νόσο και σπάνια προσβάλλονται από φυματίωση των βοοειδών.
ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΝΟΣΟΥ
Η φυματίωση των βοοειδών έχει αναφερθεί σχεδόν σε όλα τα κράτη του κόσμου. Στις περισσότερες αναπτυγμένες χώρες η νόσος έχει τεθεί υπό έλεγχο και σε πολλές έχει εκριζωθεί. Σε αναπτυσσόμενες όμως χώρες η φυματίωση των βοοειδών εξακολουθεί να προκαλεί σημαντικές οικονομικές απώλειες στην βοοτροφία. Εκτός από τους θανάτους που προκαλούνται από τη νόσο, έχει υπολογιστεί ότι τα μολυσμένα ζώα έχουν μειωμένη παραγωγή κατά 15-20%. Επίσης σημαντικές απώλειες οφείλονται στην απόρριψη τμημάτων του σφαγίου εξαιτίας της μόλυνσης.
ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΣΤΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΥΓΕΙΑ
Η νόσος μπορεί να παρατηρηθεί σε πολλά είδη ζώων συμπεριλαμβανομένου και του ανθρώπου. Για τον λόγο αυτό, το νόσημα εκτός από την μεγάλη οικονομική σημασία που έχει για την βοοτροφία έχει και ιδιαίτερη σημασία για τη δημόσια υγεία. Σε περιπτώσεις όπου δεν λαμβάνονται μέτρα ελέγχου της νόσου και η υγιεινή των τροφίμων είναι σε πολύ χαμηλά επίπεδα, όπως σε αναπτυσσόμενες χώρες, η φυματίωση των βοοειδών μπορεί εύκολα να μεταδοθεί από τα ζώα στον άνθρωπο. Η μετάδοση γίνεται κυρίως με την κατανάλωση μολυσμένου γάλακτος αλλά μπορεί να γίνει και από στενή επαφή με μολυσμένα ζώα και εισπνοή μολυσμένων εκκρίσεων. Στις παραπάνω περιπτώσεις τα παιδιά διατρέχουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο να μολυνθούν και να εκδηλώσουν το νόσημα. Η μετάδοση της φυματίωσης από τα βοοειδή στον άνθρωπο μπορεί να αποκλειστεί πλήρως με την παστερίωση του γάλακτος.
Στις αναπτυγμένες χώρες όπου η παστερίωση του γάλακτος εφαρμόζεται συστηματικά και παράλληλα εφαρμόζονται προγράμματα για τον έλεγχο της νόσου, η μετάδοσή της από τα ζώα στον άνθρωπο είναι εξαιρετικά σπάνια.
ΠΑΘΟΓΕΝΕΣΗ
Όταν το ζώο μολυνθεί δημιουργείται η πρωτογενής εστία στο σημείο εισόδου και στον αντίστοιχο λεμφαδένα. Στη συνέχεια η μόλυνση επεκτείνεται σε άλλα σημεία του σώματος.
Η αλλοίωση στο σημείο εισόδου παρατηρείται συχνά σε περιπτώσεις που η μόλυνση γίνεται με την εισπνοή. Σε περίπτωση μόλυνσης από το πεπτικό σύστημα σπάνια παρατηρείται αλλοίωση στο σημείο εισόδου, αν και έχουν αναφερθεί ελκώδεις αλλοιώσεις τόσο στις αμυγδαλές όσο και στο έντερο. Συνήθως οι μόνες αλλοιώσεις που παρατηρούνται είναι αυτές στα φαρυγγικά και μεσεντέρια λεμφογάγγλια. Ορατή πρωτογενής εστία παρατηρείται 8 ημέρες μετά την είσοδο του βακτηρίου και 2 εβδομάδες αργότερα η αλλοίωση έχει ασβεστοποιηθεί. Η νεκρωτική εστία περιβάλλεται από κοκκιώδη ιστό και λεμφοκύτταρα με αποτέλεσμα να σχηματίζεται το χαρακτηριστικό «φυμάτιο».
Τα βακτήρια από την πρωτογενή εστία διασπείρονται στο αντίστοιχο λεμφογάγγλιο με αποτέλεσμα να δημιουργείται και εκεί αντίστοιχη αλλοίωση.
Στα βοοειδή στο 90-95% των περιπτώσεων η πρωτογενής εστία εντοπίζεται στον πνεύμονα. Σε περιπτώσεις που χορηγείται σε μόσχους μολυσμένο γάλα η πρωτογενής εστία εντοπίζεται στα φαρυγγικά ή μεσεντέρια λεμφογάγγλια. Στις περιπτώσεις αυτές φυματιώδεις αλλοιώσεις μπορεί να παρατηρηθούν και στο ήπαρ λόγω διασποράς της μόλυνσης.
Η διασπορά της μόλυνσης μετά την αρχική εστία μπορεί να πάρει την μορφή οξείας γενικευμένης φυματίωσης με οζώδεις αλλοιώσεις σε διάφορα όργανα ή την μορφή χρόνιας φυματίωσης των οργάνων, η οποία προκαλείται από ενδογενή ή εξωγενή επαναμόλυνση των ιστών. Στην παραπάνω περίπτωση μπορεί να μην παρατηρηθούν αλλοιώσεις στα αντίστοιχα λεμφογάγγλια.
Τα κλινικά συμπτώματα που παρατηρούνται εξαρτώνται από την θέση των αλλοιώσεων. Δεδομένου ότι το νόσημα αναπτύσσεται προοδευτικά παρατηρείται σταθερά τοξαιμία, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την αδυναμία του ζώου και την σταδιακή απώλεια των δυνάμεων με κατάληξη τον θάνατο.
ΚΛΙΝΙΚΑ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ
Αν και τα κλινικά συμπτώματα της νόσου εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το όργανο που έχει προσβληθεί, εντούτοις εμφανίζονται ορισμένα γενικά συμπτώματα, τα οποία αφού εκτιμηθούν είναι δυνατό να θέσουν υποψία ύπαρξης της φυματίωσης.
Σε πολλά βοοειδή που πάσχουν από γενικευμένη φυματίωση αν και φαινομενικά είναι υγιή εντούτοις παρουσιάζεται έντονη απώλεια σωματικού βάρους χωρίς ουσιαστική αιτία. Παρατηρείται διαταραχή της όρεξης με ελαφρά διακύμανση της θερμοκρασίας του σώματος. Το τρίχωμα του ζώου είναι αδρό και θαμπό, τα ζώα είναι νωθρά αν και δείχνουν ενδιαφέρον για το περιβάλλον. Τα παραπάνω συμπτώματα γίνονται εντονότερα μετά τον τοκετό.
Σε περίπτωση που υπάρχει εντόπιση στον πνεύμονα παρατηρείται χρόνιος βήχας εξαιτίας της βρογχοπνευμονίας που αναπτύσσεται. Ο βήχας δεν είναι παροξυστικός, το ζώο βήχει συνήθως μία ή δύο φορές. Ο βήχας εκδηλώνεται με μεγαλύτερη συχνότητα μετά από άσκηση, τις πρωινές ώρες και κατά τις ψυχρές ημέρες. Εάν οι αλλοιώσεις στον πνεύμονα επεκταθούν και καταστραφεί μεγάλο μέρος του παρεγχύματος, παρατηρείται δύσπνοια και αύξηση της συχνότητας και του βάθους της αναπνοής. Στο στάδιο αυτό μπορεί να διαπιστωθούν παθολογικοί ήχοι κατά την ακρόαση του πνεύμονα.
Μπορεί να αναπτυχθεί φυματιώδης πλευρίτιδα, η οποία όμως είναι ασυμπτωματική. Λόγω διόγκωσης των λεμφαδένων στον θώρακα μπορεί να παρατηρηθεί απόφραξη των αεροφόρων οδών, δυσφαγία ή χρόνιος τυμπανισμός.
Η φυματίωση της μήτρας είναι σχετικά σπάνια στα βοοειδή, είναι δυνατό να παρατηρηθεί όμως με γενικευμένη φυματίωση. Στην περίπτωση αυτή παρατηρείται σαλπιγγίτιδα, μητρίτιδα και αγονιμότητα. Μπορεί το ζώο να συλλάβει και να προκληθεί στη συνέχεια αποβολή ή να γεννηθεί ασθενικός μόσχος, ο οποίος θα πεθάνει στη συνέχεια λόγω γενικευμένης φυματίωσης. Οι αλλοιώσεις στον πλακούντα είναι όμοιες με αυτές της βρουκέλλωσης. Εφόσον έχει μολυνθεί το γεννητικό σύστημα του ζώου παρατηρείται βλεννοπυώδες έκκριμα, το οποίο περιέχει μεγάλο αριθμό μυκοβακτηρίων.
Σε πολλά ζώα μπορεί να αναπτυχθεί φυματιώδης μαστίτιδα, η οποία έχει ιδιαίτερη σημασία για τη δημόσια υγεία αλλά και στην επιδημιολογία της νόσου διότι διασπείρεται η νόσος από τη μητέρα στο νεογέννητο που προσλαμβάνει το γάλα. Στη φυματιώδη μαστίτιδα παρατηρείται διόγκωση των αντίστοιχων λεμφαδένων. Στις περισσότερες των περιπτώσεων δεν παρατηρούνται εμφανείς αλλοιώσεις στην σύσταση του γάλακτος. Σε περίπτωση που παρατηρείται διόγκωση των λεμφαδένων χωρίς εμφανείς βλάβες στον μαστό πρέπει πάντοτε να τίθεται υποψία φυματίωσης και να διενεργείται φυματινισμός.
Οι αλλοιώσεις της φυματίωσης στους χοίρους εντοπίζονται κυρίως στους λεμφαδένες του τραχήλου και δεν προκαλούνται εμφανή κλινικά συμπτώματα. Σε περίπτωση γενικευμένης φυματίωσης οι αλλοιώσεις παρατηρούνται κυρίως στις μήνιγγες και στις αρθρώσεις.
Αν και τα πρόβατα θεωρούνται ως ανθεκτικότερα των αιγών στη φυματίωση εντούτοις προσβάλλονται από τη νόσο. Στα είδη αυτά η φυματίωση εκδηλώνεται κυρίως ως βρογχοπνευμονία με έντονο βήχα. Στα τελικά στάδια παρατηρείται δύσπνοια. Στις αίγες η νόσος είναι δυνατό να εκδηλωθεί με την εντερική μορφή οπότε παρατηρούνται έλκη στο έντερο και διόγκωση των μεσεντέριων λεμφαδένων. Τα προσβεβλημένα ζώα εκδηλώνουν διάρροια. Στα ερίφια η νόσος εξελίσσεται ταχύτερα και προκαλεί αρκετά υψηλή θνησιμότητα.
ΝΕΚΡΟΤΟΜΙΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ
Από την νεκροτομική εξέταση είναι δυνατό να διαπιστωθεί ο βαθμός διασποράς της νόσου. Σε περίπτωση που παρατηρηθούν ενεργές ή ανοικτές αλλοιώσεις, οι οποίες πυορροούν και συνοδεύονται από μικρές αλλοιώσεις σε πολλά όργανα του σώματος, σημαίνει ότι το ζώο είχε ενεργό φυματίωση και απέκκρινε στο περιβάλλον τον αιτιολογικό παράγοντα. Επίσης σε περιπτώσεις που θα διαπιστωθεί η ύπαρξη βρογχοπνευμονίας ή υπεραιμίας στην περιφέρεια των αλλοιώσεων, θεωρείται ότι το ζώο πάσχει από ενεργή φυματίωση. Ως ζώα που απεκκρίνουν τον αιτιολογικό παράγοντα στο περιβάλλον και συμβάλουν στη διασπορά της μόλυνσης θεωρούνται και τα ζώα, τα οποία πάσχουν από φυματιώδη μαστίτιδα ή φυματιώδη μητρίτιδα.
Αντίθετα δεν θεωρείται ότι προκαλείται μόλυνση του περιβάλλοντος από ζώα στα οποία διαπιστώνονται "κλειστές" αλλοιώσεις φυματίωσης, οι οποίες περιέχουν παχύρρευστο πύον και περιβάλλονται από παχιά ινώδη κάψα, όπως επίσης και από ζώα στα οποία διαπιστώνονται ασβεστοποιημένες αλλοιώσεις. Εντούτοις και αυτά τα ζώα πρέπει να απομακρύνονται από την εκτροφή διότι θεωρείται ότι μπορεί κάτω από ορισμένες συνθήκες να αρχίσουν να απεκκρίνουν τον αιτιολογικό παράγοντα της νόσου.
Κατά τη νεκροτομή διαπιστώνονται φυμάτια σε πολλούς λεμφαδένες κυρίως όμως στους θωρακικούς, όπως επίσης και σε άλλα όργανα.
212 -
Στις εικόνες 1 και 2 παρουσιάζονται φυματιώδεις αλλοιώσεις σε πνεύμονες βοοειδών, όπως αυτές εμφανίζονται σε τομή (εικόνα 1) και σε εξωτερική επιφάνεια (εικόνα 2).
Στους πνεύμονες μπορεί να διαπιστωθούν εστίες με πύον και βρογχοπνευμονίας (εικόνες 3 και 4).
Μικρά φυμάτια μπορεί να διαπιστωθούν στον υπεζωκότα (εικόνα 5) και στο περιτόναιο.
ΚΛΙΝΙΚΗ ΠΑΘΟΛΟΓΙΑ
Ο προσδιορισμός των ζώων που έχουν έλθει σε επαφή με τον αιτιολογικό παράγοντα γίνεται με τη δομική του φυματινισμού. Επίσης η διάγνωση της νόσου μπορεί να στηριχθεί στην απομόνωση του αιτιολογικού παράγοντα από εκκρίματα ή πτύελα μετά από καλλιέργεια ή ενοφθαλμισμό σε ινδικά χοιρίδια. Πρέπει να τονιστεί ότι η κλινική εξέταση είναι απαραίτητη και εξαιρετικά σημαντική για τη διάγνωση περιπτώσεων που η ασθένεια είναι σε προχωρημένο στάδιο διότι τα μολυσμένα ζώα στο στάδιο αυτό δεν δίνουν θετική αντίδραση στον φυματινισμό.
Τα προγράμματα ελέγχου και εκρίζωσης της φυματίωσης παγκοσμίως στηρίζονται στη χρήση της φυματίνης σε διάφορές δοκιμές, οι οποίες έχουν αντίστοιχα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα. Οι δοκιμές οι οποίες είναι αναγνωρισμένες από τη νομοθεσία της Ε.Ε είναι οι ακόλουθες.
ΑΠΛΟΣ ΕΝΔΟΔΕΡΜΙΚΟΣ ΦΥΜΑΤΙΝΙΣΜΟΣ
Είναι η δοκιμή, η οποία χρησιμοποιείται ευρύτατα σε ολόκληρο τον κόσμο για τον έλεγχο και την εκρίζωση της φυματίωσης. Στηρίζεται στην ενδοδερμική έγχυση φυματίνης και ανάγνωση των αποτελεσμάτων 48-72 ώρες μετά την έγχυση. Η δοκιμή έχει την μεγαλύτερη ευαισθησία όταν αυτή ελέγχεται 48-72 ώρες μετά την αρχική έγχυση και την μεγαλύτερη ειδικότητα όταν ελέγχεται στις 96 ώρες.
Ο απλός ενδοδερμικός φυματινισμός δεν διαθέτει αρκετά υψηλή ειδικότητα και σε πολλές περιπτώσεις παρατηρούνται ζώα, τα οποία αντέδρασαν θετικά αλλά δεν διαπιστώνονται μακροσκοπικά αλλοιώσεις φυματίωσης κατά τη νεκροτομή. Με τον απλό ενδοδερμικό φυματινισμό δεν είναι δυνατό να διακριθεί η μόλυνση που προκαλείται από M. avium ή M. tuberculosis ή M. paratuberculosis (ακόμα και από εμβολιακό στέλεχος) ή ακόμα και από Nocardia farcinicus. Επίσης ένα από τα μειονεκτήματα του απλού ενδοδερμικού φυματινισμού είναι ότι δεν είναι δυνατό να ανιχνευτούν περιπτώσεις που παρουσιάζεται χαμηλή ευαισθησία, όπως στο αρχικό ή τελικό στάδιο της μόλυνσης, ή σε αγελάδες που έχουν πρόσφατα γεννήσει. Επίσης ψευδώς αρνητικά αποτελέσματα δίνονται σε περιπτώσεις που ο φυματινισμός επαναλαμβάνεται σε περίοδο που το ζώο είναι σε κατάσταση απευαισθητοποίησης. Προκειμένου να διερευνηθούν τέτοιες περιπτώσεις έχουν αναπτυχθεί και χρησιμοποιούνται ορολογικές δοκιμές.
ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΟΣ ΕΝΔΟΔΕΡΜΙΚΟΣ ΦΥΜΑΤΙΝΙΣΜΟΣ
Ο συγκριτικός ενδοδερμικός φυματινισμός διενεργείται με ταυτόχρονη έγχυση στην μία πλευρά του τραχήλου φυματίνης βοείου τύπου και φυματίνης ορνίθειου τύπου και ανάγνωση των αποτελεσμάτων 72 ώρες μετά. Ο συγκριτικός ενδοδερμικός φυματινισμός χρησιμοποιείται προκειμένου να γίνει διαφοροποίηση της μόλυνσης από M.bovis ή M.avium ή M. paratuberculosis. Συνήθως η δοκιμή αυτή χρησιμοποιείται ως αρχική δοκιμή σε περιοχές όπου παρατηρείται υψηλό ποσοστό μόλυνσης των ζώων από Μ. paratuberculosis.
ΟΡΟΛΟΓΙΚΕΣ ΔΟΚΙΜΕΣ
Στο τελικό στάδιο εφαρμογής του προγράμματος εκρίζωσης της φυματίωσης των βοοειδών, όταν η συχνότητα εμφάνισης της νόσου είναι εξαιρετικά χαμηλή, το ποσοστό των ζώων που δίνουν θετική αντίδραση στον απλό ενδοδερμικό φυματινισμό χωρίς να είναι πραγματικά μολυσμένα (ψευδώς θετικά) αυξάνει. Για τον λόγο αυτό έγινε προσπάθεια να αναπτυχθούν ορολογικές δοκιμές με μεγαλύτερη ειδικότητα και ευαισθησία από τον ενδοδερμικό φυματινισμό. Αναπτύχθηκαν ορολογικές δοκιμές όπως η σύνδεση του συμπληρώματος, ανοσοφθορισμός, δοκιμή αιμοσυγγόλησης, ELISA κ.α. Οι δοκιμές αυτές όμως, δεν αποδείχθηκαν καλύτερες και δεν προσέφεραν τα αναμενόμενα στην εφαρμογή των προγραμμάτων εκρίζωσης της νόσου. Πρόσφατα αναπτύχθηκε και δοκιμάστηκε με απόλυτη επιτυχία η δοκιμή της ανίχνευσης της γ-ιντερφερόνης, η οποία διαθέτει μεγαλύτερη ευαισθησία και ειδικότητα, 82% και 98% αντίστοιχα από τον απλό ενδοδερμικό φυματινισμό. Η δοκιμή αυτή συμβάλλει σημαντικά στην εφαρμογή ενός προγράμματος εκρίζωσης, το οποίο βρίσκεται στο τελικό στάδιο, εάν εφαρμοστεί ως επιβεβαιωτική δοκιμή, για όσα ζώα δώσουν θετικό αποτέλεσμα στον ενδοδερμικό φυματινισμό και τα επιδημιολογικά δεδομένα δεν συνηγορούν στο να θεωρηθούν τα ζώα αυτά ως μολυσμένα.
ΚΛΙΝΙΚΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ
Εξαιτίας της χρόνιας μορφής της νόσου και της ποικιλομορφίας των κλινικών συμπτωμάτων η φυματίωση των βοοειδών διαγιγνώσκεται δύσκολα με την κλινική εξέταση. Σε περίπτωση που η νόσος υπάρχει στον πληθυσμό των βοοειδών μιας περιοχής πρέπει πάντοτε να διαφοροποιείται από τα άλλα νοσήματα των βοοειδών ακόμα και των προβάτων και αιγών, τα οποία εμφανίζουν παρόμοια κλινική εικόνα.
Στα βοοειδή παρόμοιες ασθένειες με τις οποίες πρέπει να γίνει διαφορική διάγνωση από την πνευμονία λόγω φυματίωσης είναι τα πνευμονικά αποστήματα λόγω εισροφητικής βρογχοπνευμονίας, η πλευρίτιδα και η περικαρδίτιδα μετά από τραυματισμό από ξένο σώμα, όπως επίσης και η χρόνια πλευροπνευμονία των βοοειδών.
Σε περιπτώσεις φυματιώδους μαστίτιδας παρατηρείται ίνωση στην βάση του μαστικού αδένα και όχι κοντά στην θηλή, όπως στις άλλες μορφές μαστίτιδας. Επίσης στην φυματιώδη μαστίτιδα αλλοιωμένο γάλα παρατηρείται προς το τέλος της άμελξης και όχι στην αρχή, όπως στις μαστίτιδες από άλλη αιτιολογία.
Σε περίπτωση που διαπιστωθεί διόγκωση λεμφαδένων πρέπει να τίθεται υποψία φυματίωσης, η οποία στη συνέχεια να διαφοροποιείται από την μόλυνση από Actinobacillus lignieresi, στην τελευταία περίπτωση οι διογκωμένοι λεμφαδένες έχουν κοκκιώδη υφή. Η διαφοροποίηση γίνεται μετά από καλλιέργεια πύου το οποίο λαμβάνεται με παρακέντηση του λεμφαδένα και ενδοδερμικό φυματινισμό. Επίσης η φυματιώδης λεμφαδενίτιδα πρέπει να διαφοροποιηθεί από την λεμφομάτωση. Στην τελευταία οι λεμφαδένες είναι διογκωμένοι αλλά είναι περισσότερο μαλακοί και λείοι στην ψηλάφηση, επίσης η διόγκωση που παρατηρείται αφορά το σύνολο των λεμφαδένων του ζώου και είναι αμφοτερόπλευρη. -- πρέπει να εξετάζονται για την παρουσία Corynebacterium, actinobacillus, coccidioidomyces και mucormyces.
ΘΕΡΑΠΕΙΑ
Στην φυματίωση των βοοειδών δεν εφαρμόζεται καμία θεραπευτική αγωγή.
ΕΛΕΓΧΟΣ ΤΗΣ ΝΟΣΟΥ
Σε πολλές χώρες έχει επιτευχθεί η εκρίζωση της νόσου μετά από εφαρμογή προγραμμάτων, τα οποία στηρίζονται στον έλεγχο των ζώων με ενδοδερμικό φυματινισμό και τη σφαγή αυτών που αντιδρούν θετικά. Ο έλεγχος της νόσου γίνεται σε επίπεδο εκτροφής, όπως επίσης και σε επίπεδο γεωγραφικής περιοχής.
ΕΛΕΓΧΟΣ ΣΤΗΝ ΕΚΤΡΟΦΗ
Ο έλεγχος της νόσου στη εκτροφή στηρίζεται στον προσδιορισμό και απομάκρυνση των μολυσμένων ζώων από την εκτροφή, την αποφυγή επέκτασης της μόλυνσης, όπως επίσης την προστασία της εκτροφής από επαναμόλυνση. Οι παραπάνω ενέργειες έχουν την ίδια βαρύτητα για την επιτυχή εφαρμογή του προγράμματος εκρίζωσης και πλημμελής εφαρμογή μιας από αυτές έχει ως αποτέλεσμα την πλήρη αποτυχία του προγράμματος εκρίζωσης της νόσου.
Ο προσδιορισμός των μολυσμένων ζώων στηρίζεται στον ενδοδερμικό φυματινισμό. Η απομάκρυνση των μολυσμένων ζώων, όπως επίσης και η συχνότητα επανεξέτασης ρυθμίζονται από την ισχύουσα Κοινοτική και Εθνική Νομοθεσία.
Όσον αφορά την πρόληψη επέκτασης της νόσου στη εκτροφή τα μέτρα υγιεινής θα πρέπει να εφαρμόζονται σχολαστικά αμέσως μετά την απομάκρυνση των μολυσμένων ζώων από την εκτροφή. Ιδιαίτερη σημασία πρέπει να δίνεται στον καθαρισμό των ταϊστρών και ποτιστρών με ζεστό νερό και στη συνέχεια την απολύμανσή τους με διάλυμα 5% φαινόλης ή κρεσόλης.
Τα ζώα για τα οποία πιθανόν να γεννηθεί υποψία φυματίωσης πρέπει να απομονώνονται. Οι μόσχοι θα πρέπει να προσλαμβάνουν γάλα από υγιή ζώα ή παστεριωμένο εφόσον δεν διατρέφονται με γάλα σκόνη. Επιπρόσθετα, το προσωπικό της εκτροφής πρέπει να εξετάζεται για την ύπαρξη φυματίωσης.
Προκειμένου να προστατευθεί η εκτροφή από επαναμόλυνση, όλα τα ζώα που εισέρχονται στην εκτροφή πρέπει να ελέγχονται με ενδοδερμικό φυματινισμό και να αποφεύγεται η χορήγηση τροφής και νερού σε κοινές ποτίστρες και ταΐστρες με ζώα άλλων εκτροφών, τα οποία δεν έχουν ελεγχθεί σε σχέση με τη φυματίωση.
ΕΛΕΓΧΟΣ ΣΕ ΠΕΡΙΟΧΗ
Ο έλεγχος της νόσου σε μία γεωγραφική ζώνη - περιοχή επιτυγχάνεται με την εφαρμογή του προγράμματος εκρίζωσης της νόσου στο σύνολο των εκτροφών της περιοχής. Η επιτυχής έκβαση του προγράμματος στηρίζεται στην εκπαίδευση και ενημέρωση των παραγωγών για την σημασία της νόσου, όπως επίσης και στη συνεργασία τους με τις αρμόδιες αρχές.
Προκειμένου να εφαρμοστεί με επιτυχία ένα πρόγραμμα εκρίζωσης της νόσου είναι απαραίτητο να υπάρχει πλήρης και ακριβής σήμανση των ζώων, όπως επίσης και απόλυτος έλεγχος των πάσης φύσεως μετακινήσεων των ζώων.
Εφόσον δεν υπάρχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις τα εφαρμοζόμενα προγράμματα δεν είναι δυνατό να έχουν αποτελεσματικότητα στην επίτευξη των στόχων τους. Επίσης σημαντικό για την πορεία ενός προγράμματος εκρίζωσης είναι η συλλογή πληροφοριών που αφορούν τον επιπολασμό της νόσου αλλά και των αριθμό των νέων περιπτώσεων που εμφανίζονται σε μία περιοχή. Χωρίς τα παραπάνω στοιχεία δεν είναι δυνατό να αξιολογηθεί η πορεία εφαρμογής του προγράμματος.